Πώς Λειτουργεί η Ιατρική Κάνναβη: Επιστημονικός Οδηγός

Η ιατρική κάνναβη δεν είναι απλά ένα φυτό που χορηγείται σε ασθενείς. Πίσω από κάθε θεραπευτική εφαρμογή κρύβεται ένα σύνθετο βιολογικό σύστημα που οι επιστήμονες μόλις τις τελευταίες δεκαετίες άρχισαν να κατανοούν σε βάθος. Το ανθρώπινο σώμα διαθέτει ένα ολόκληρο δίκτυο υποδοχέων που αλληλεπιδρούν με τα κανναβινοειδή — τόσο με αυτά που παράγει μόνο του, όσο και με αυτά που προέρχονται από το φυτό Cannabis sativa.

Σε αυτόν τον επιστημονικό οδηγό θα εξετάσουμε πώς ακριβώς λειτουργεί η ιατρική κάνναβη στον οργανισμό, ποιοι μηχανισμοί ενεργοποιούνται και γιατί ορισμένοι ασθενείς βρίσκουν ανακούφιση εκεί που τα συμβατικά φάρμακα αποτυγχάνουν. Δεν πρόκειται για θεωρίες — μιλάμε για τεκμηριωμένη έρευνα από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα σε όλο τον κόσμο.

📺 Βίντεο: Πώς Λειτουργεί το Ενδοκανναβινοειδές Σύστημα

Το Ενδοκανναβινοειδές Σύστημα: Ο Βιολογικός Μηχανισμός

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ερευνητές στο Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ ανακάλυψαν κάτι που άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τη βιολογία μας: το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ECS). Πρόκειται για ένα δίκτυο υποδοχέων, ενδογενών μορίων και ενζύμων που εκτείνεται σε ολόκληρο το σώμα — από τον εγκέφαλο μέχρι τα κύτταρα του ανοσοποιητικού.

Το ECS ρυθμίζει μια εντυπωσιακή ποικιλία λειτουργιών: πόνο, φλεγμονή, διάθεση, ύπνο, όρεξη, μνήμη, αναπαραγωγική λειτουργία. Σκεφτείτε το σαν έναν εσωτερικό θερμοστάτη — δεν ελέγχει μόνο μία παράμετρο, αλλά προσπαθεί να κρατήσει δεκάδες σωματικές διεργασίες σε ισορροπία. Η επιστημονική ορολογία για αυτό είναι ομοιόσταση.

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο PubMed, το ECS αποτελείται από τρία βασικά στοιχεία: τους κανναβινοειδείς υποδοχείς (CB1 και CB2), τα ενδοκανναβινοειδή (ανανδαμίδη και 2-AG) και τα ένζυμα που τα αποδομούν μετά τη χρήση τους.

✓ Τα Τρία Βασικά Στοιχεία του ECS

  • Υποδοχείς CB1 — Κυρίως στον εγκέφαλο και το κεντρικό νευρικό σύστημα
  • Υποδοχείς CB2 — Στα ανοσοποιητικά κύτταρα και τα περιφερικά όργανα
  • Ενδοκανναβινοειδή — Ανανδαμίδη (AEA) και 2-αραχιδονοϋλογλυκερόλη (2-AG)
  • Μεταβολικά ένζυμα — FAAH και MAGL που διασπούν τα ενδοκανναβινοειδή

Υποδοχείς CB1 και CB2: Πού Βρίσκονται και Τι Κάνουν

Οι υποδοχείς CB1 βρίσκονται κατά κύριο λόγο στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Είναι ιδιαίτερα πυκνοί στον ιππόκαμπο (μνήμη), στα βασικά γάγγλια (κίνηση), στον προμετωπιαίο φλοιό (απόφαση, σκέψη) και στην αμυγδαλή (συναισθήματα). Όταν η THC δεσμεύεται σε αυτούς τους υποδοχείς, προκαλούνται τα ψυχοδραστικά αποτελέσματα αλλά και η ανακούφιση από τον πόνο.

Οι υποδοχείς CB2, από την άλλη, εντοπίζονται κυρίως στο ανοσοποιητικό σύστημα — σπλήνα, αμυγδαλές, λεμφαδένες. Η ενεργοποίησή τους δεν προκαλεί ψυχοδραστικά αποτελέσματα, αλλά μπορεί να μειώσει τη φλεγμονή. Αυτός είναι ο λόγος που φάρμακα με βάση τη CBD, η οποία αλληλεπιδρά κυρίως με τους CB2, δεν προκαλούν «μέθη» αλλά μπορούν να βοηθήσουν σε φλεγμονώδεις παθήσεις.

Ένα σημείο που αξίζει να αναφερθεί: νεότερη έρευνα στο Science δείχνει ότι οι υποδοχείς CB2 υπάρχουν και στον εγκέφαλο, αν και σε πολύ μικρότερη πυκνότητα. Αυτό ανοίγει νέες ερευνητικές κατευθύνσεις για νευροεκφυλιστικές ασθένειες.

THC, CBD και Άλλα Κανναβινοειδή: Πώς Δρουν στον Οργανισμό

Το φυτό Cannabis sativa περιέχει πάνω από 100 κανναβινοειδή, αλλά τα δύο πιο μελετημένα — όπως αναλύουμε στον οδηγό χημείας της κάνναβης — είναι η THC (τετραϋδροκανναβινόλη) και η CBD (κανναβιδιόλη). Ο τρόπος που δρα το καθένα είναι αρκετά διαφορετικός.

Η THC λειτουργεί ως μερικός αγωνιστής των υποδοχέων CB1. Με απλά λόγια, μπαίνει στη θέση της ανανδαμίδης — ενός ενδοκανναβινοειδούς που παράγει φυσικά ο εγκέφαλος — και ενεργοποιεί τους ίδιους υποδοχείς, αλλά πιο έντονα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί τόσο τα θεραπευτικά οφέλη (ανακούφιση πόνου, αντιεμετική δράση) όσο και τα ψυχοδραστικά αποτελέσματα.

Η CBD ακολουθεί διαφορετική στρατηγική. Δεν δεσμεύεται απευθείας στους CB1 ή CB2 με την ίδια ένταση. Αντ’ αυτού, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, φαίνεται να τροποποιεί τη λειτουργία των υποδοχέων, να αναστέλλει τη διάσπαση της ανανδαμίδης (αυξάνοντας τα επίπεδά της) και να αλληλεπιδρά με υποδοχείς σεροτονίνης (5-HT1A) και βανιλοειδείς υποδοχείς (TRPV1).

Πέρα από THC και CBD, ερευνητικό ενδιαφέρον προσελκύουν και άλλα κανναβινοειδή. Η CBN (κανναβινόλη) μελετάται για πιθανές υπνωτικές ιδιότητες, ενώ η CBG (κανναβιγερόλη) δείχνει αντιφλεγμονώδη και νευροπροστατευτική δράση σε προκλινικές μελέτες.

💡 Η Διαφορά σε Μια Φράση

Η THC «ξεκλειδώνει» απευθείας τους υποδοχείς CB1 στον εγκέφαλο. Η CBD δεν χρησιμοποιεί το ίδιο κλειδί — αλλάζει τον τρόπο που λειτουργεί η κλειδαριά, ρυθμίζοντας έμμεσα ολόκληρο το σύστημα.

Η Ανάδρομη Σηματοδότηση: Γιατί η Κάνναβη Είναι Μοναδική

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος είναι η ανάδρομη σηματοδότηση (retrograde signaling). Στα περισσότερα νευρικά μονοπάτια, τα σήματα μεταδίδονται από το προσυναπτικό νευρώνα προς τον μετασυναπτικό. Τα ενδοκανναβινοειδή κάνουν το αντίθετο.

Όταν ένας μετασυναπτικός νευρώνας δέχεται υπερβολική διέγερση — πχ. κατά τη διάρκεια ενός σήματος πόνου — παράγει ενδοκανναβινοειδή που ταξιδεύουν προς τα πίσω και ενεργοποιούν τους CB1 υποδοχείς στον προσυναπτικό νευρώνα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της απελευθέρωσης νευροδιαβιβαστών, σύμφωνα με μελέτη του Journal of Neuroscience.

Με απλά λόγια: ο οργανισμός λέει «αρκετά, μείωσε την ένταση». Η THC μιμείται αυτή τη διαδικασία, εξηγώντας γιατί η ιατρική κάνναβη μπορεί να μειώσει σήματα πόνου, μυϊκούς σπασμούς ή υπερβολικό άγχος. Δεν «σβήνει» τον πόνο — ρυθμίζει την ένταση του σήματος που φτάνει στον εγκέφαλο.

Φαρμακοκινητική: Πώς Απορροφάται και Μεταβολίζεται η Κάνναβη

Ο τρόπος χορήγησης επηρεάζει δραματικά την αποτελεσματικότητα της ιατρικής κάνναβης. Η FDA και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων αξιολογούν διαφορετικά τους τρόπους χορήγησης ανάλογα με τη βιοδιαθεσιμότητα.

Η εισπνοή (ατμοποίηση ή κάπνισμα) οδηγεί σε ταχύτατη απορρόφηση μέσω των πνευμόνων. Η δράση ξεκινά μέσα σε λεπτά, κορυφώνεται σε 15-30 λεπτά και διαρκεί 2-4 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα κυμαίνεται μεταξύ 10% και 35%, ανάλογα με τον τρόπο εισπνοής.

Η από του στόματος χορήγηση (κάψουλες, έλαια, βρώσιμα) ακολουθεί εντελώς διαφορετική πορεία. Η THC περνά πρώτα από το ήπαρ, όπου μεταβολίζεται σε 11-hydroxy-THC — ένα μεταβολίτη που περνά πιο εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Γι’ αυτό τα βρώσιμα μπορεί να νιώθονται πιο έντονα, αν και η δράση τους αρχίζει αργότερα (30-90 λεπτά) και διαρκεί περισσότερο (6-8 ώρες).

Η υπογλώσσια χορήγηση (σταγόνες κάτω από τη γλώσσα) προσφέρει ένα μεσαίο προφίλ: ταχύτερη δράση από τα βρώσιμα, χωρίς τη μεταβολική επεξεργασία του ήπατος. Τέλος, τα τοπικά σκευάσματα (κρέμες, αλοιφές) δρουν τοπικά στους περιφερικούς CB2 υποδοχείς χωρίς να εισέρχονται στη συστηματική κυκλοφορία.

📝 Σημαντικό για Ασθενείς

Η αποτελεσματικότητα κάθε τρόπου χορήγησης εξαρτάται από τη συγκεκριμένη πάθηση. Για οξύ πόνο, η εισπνοή προσφέρει γρήγορη ανακούφιση. Για χρόνιες παθήσεις, η από του στόματος χορήγηση εξασφαλίζει σταθερότερα επίπεδα στο αίμα. Πάντα σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

Θεραπευτικές Εφαρμογές Βασισμένες στην Έρευνα

Η κατανόηση του μηχανισμού δράσης — που βασίζεται στη φαρμακολογία της κάνναβης — εξηγεί γιατί η ιατρική κάνναβη χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες παθήσεις και όχι ως πανάκεια.

Χρόνιος πόνος: Η ενεργοποίηση των CB1 στο νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο μειώνει τη μετάδοση σημάτων πόνου, όπως αναλύεται στο άρθρο μας για κάνναβη στη διαχείριση πόνου. Μια μετα-ανάλυση στο JAMA που περιλάμβανε 79 κλινικές δοκιμές βρήκε «μέτριας ποιότητας ενδείξεις» ότι τα κανναβινοειδή μειώνουν τον χρόνιο πόνο, ιδίως τον νευροπαθητικό.

Σκλήρυνση κατά πλάκας: Η σπαστικότητα στη ΣΚΠ σχετίζεται με υπερδιέγερση νευρώνων. Τα κανναβινοειδή, μέσω ανάδρομης σηματοδότησης, μειώνουν αυτή την υπερδιέγερση. Το Sativex (nabiximols), ένα φάρμακο με THC:CBD σε αναλογία 1:1, είναι εγκεκριμένο σε πάνω από 25 χώρες για τη σπαστικότητα στη ΣΚΠ, σύμφωνα με τα δεδομένα του EMA.

Επιληψία: Η CBD μειώνει τη νευρωνική υπερδιεγερσιμότητα, όπως αναφέρουμε στο άρθρο μας για CBD και νευρολογικές διαταραχές, μέσω πολλαπλών μηχανισμών — αναστολή ασβεστίου, ρύθμιση GPR55 υποδοχέων, αλληλεπίδραση με κανάλια νατρίου. Η έγκριση του Epidiolex από τον FDA το 2018 αποτέλεσε ορόσημο — είναι η πρώτη θεραπεία παρασκευασμένη από κανναβιδιόλη που εγκρίνεται για σύνδρομα Dravet και Lennox-Gastaut.

Ναυτία χημειοθεραπείας: Οι CB1 υποδοχείς στον εγκεφαλικό στέλεχος (κέντρο εμέτου) μπορούν να ανασταλούν από κανναβινοειδή. Τα φάρμακα dronabinol και nabilone (συνθετικά κανναβινοειδή) είναι εγκεκριμένα στις ΗΠΑ για αυτόν ακριβώς τον σκοπό.

Το Φαινόμενο της Συνοδείας (Entourage Effect)

Μια θεωρία που προτάθηκε αρχικά από τον Ισραηλινό χημικό Raphael Mechoulam υποστηρίζει ότι τα κανναβινοειδή δρουν αποτελεσματικότερα όταν χορηγούνται μαζί, παρά μεμονωμένα. Αυτό είναι γνωστό ως φαινόμενο της συνοδείας (entourage effect).

Η ιδέα είναι ότι τα τερπένια (αρωματικές ενώσεις του φυτού), τα φλαβονοειδή και τα ελάσσονα κανναβινοειδή τροποποιούν τη δράση της THC και της CBD. Για παράδειγμα, η μυρσένη μπορεί να αυξήσει τη διαπερατότητα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού, ενώ η λιμονένη φαίνεται να αλληλεπιδρά με υποδοχείς σεροτονίνης.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτή η θεωρία δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Ορισμένοι ερευνητές στο The Lancet θεωρούν ότι τα υπάρχοντα στοιχεία δεν αρκούν για ξεκάθαρα συμπεράσματα. Ωστόσο, κλινικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι πολλοί ασθενείς ανταποκρίνονται καλύτερα σε εκχυλίσματα πλήρους φάσματος παρά σε απομονωμένα κανναβινοειδή.

Ιατρική Κάνναβη στην Ελλάδα: Το Ρυθμιστικό Πλαίσιο

Η Ελλάδα νομιμοποίησε την ιατρική χρήση κάνναβης το 2017 με τον νόμο 4523/2018, αλλά η πρόσβαση για τους ασθενείς παρέμεινε περιορισμένη μέχρι πρόσφατα. Το 2026, με τις νέες ρυθμίσεις, οι πρώτες συνταγές εκδόθηκαν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος συνταγογράφησης.

Αυτό που πρέπει να καταλάβουν οι ασθενείς στην Ελλάδα είναι ότι η «ιατρική κάνναβη» δεν σημαίνει αυτοθεραπεία. Η χορήγηση γίνεται με ιατρική συνταγή, από εξουσιοδοτημένο γιατρό, για συγκεκριμένες ενδείξεις. Ο μηχανισμός δράσης που περιγράψαμε παραπάνω εξηγεί γιατί η δοσολογία πρέπει να είναι ακριβής — η υπερδιέγερση των CB1 υποδοχέων μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητα αποτελέσματα όπως άγχος, σύγχυση ή ταχυκαρδία.

Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΦ) εποπτεύει τα εγκεκριμένα σκευάσματα ιατρικής κάνναβης στην ελληνική αγορά. Αυτά περιλαμβάνουν τόσο εισαγόμενα προϊόντα όσο και ελληνικής παραγωγής σκευάσματα, καθώς η εγχώρια καλλιέργεια έχει ξεκινήσει σε αδειοδοτημένες μονάδες.

⚠️ Προσοχή

Η αυτοθεραπεία με προϊόντα κάνναβης χωρίς ιατρική παρακολούθηση μπορεί να είναι επικίνδυνη. Τα κανναβινοειδή αλληλεπιδρούν με πολλά φάρμακα — ιδίως αντιπηκτικά, αντιεπιληπτικά και αντικαταθλιπτικά. Συμβουλευτείτε πάντα ειδικό ιατρό.

Ανοσοποιητικό Σύστημα και Κανναβινοειδή

Οι υποδοχείς CB2, που εντοπίζονται κυρίως στα κύτταρα του ανοσοποιητικού, παίζουν ρόλο-κλειδί στη ρύθμιση φλεγμονωδών αντιδράσεων. Σε φυσιολογικές συνθήκες, τα ενδοκανναβινοειδή βοηθούν στον τερματισμό μιας φλεγμονώδους απάντησης μετά την αντιμετώπιση της απειλής. Για βαθύτερη κατανόηση, δείτε τον οδηγό μας για κάνναβη και ενδοκανναβινοειδές σύστημα.

Σε αυτοάνοσα νοσήματα — όπου το ανοσοποιητικό επιτίθεται σε υγιείς ιστούς — η ενεργοποίηση των CB2 μπορεί να μειώσει τη φλεγμονή. Μελέτες στο Immunity έχουν δείξει ότι κανναβινοειδή μπορούν να μειώσουν την παραγωγή προφλεγμονωδών κυτοκινών όπως TNF-α και IL-6.

Αυτό έχει πρακτικές εφαρμογές σε παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η νόσος Crohn και η σκλήρυνση κατά πλάκας. Ωστόσο, η ανοσοκαταστολή μπορεί να είναι και αρνητική — θεωρητικά, μεγάλες δόσεις κανναβινοειδών θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τη φυσική άμυνα του οργανισμού. Η έρευνα σε αυτόν τον τομέα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Μελλοντικές Κατευθύνσεις Έρευνας

Η έρευνα γύρω από το ECS βρίσκεται ακόμα σε σχετικά πρώιμο στάδιο, αν σκεφτεί κανείς ότι ανακαλύφθηκε μόλις πριν 30 χρόνια. Ορισμένοι τομείς εμφανίζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η εξατομικευμένη θεραπεία βασίζεται στο γεγονός ότι γενετικές παραλλαγές (πολυμορφισμοί) στα γονίδια CNR1 και CNR2 — που κωδικοποιούν τους υποδοχείς CB1 και CB2 — μπορεί να εξηγούν γιατί ορισμένοι ασθενείς ανταποκρίνονται στη θεραπεία και άλλοι όχι. Η φαρμακογενωμική μπορεί να επιτρέψει στους γιατρούς να προβλέπουν ποιος θα ωφεληθεί πριν ξεκινήσει η αγωγή.

Παράλληλα, αναπτύσσονται συνθετικά κανναβινοειδή που στοχεύουν επιλεκτικά τους CB2 υποδοχείς, αποφεύγοντας τα ψυχοδραστικά αποτελέσματα. Αν αυτή η προσέγγιση αποδειχτεί επιτυχής, θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο αντιμετώπισης αυτοάνοσων νοσημάτων χωρίς τα εμπόδια που θέτει η ψυχοδραστική δράση της THC.

Τέλος, η νανοτεχνολογία στη χορήγηση κανναβινοειδών — νανοσωματίδια, λιποσώματα — υπόσχεται βελτιωμένη βιοδιαθεσιμότητα και στοχευμένη δράση. Ερευνητικές ομάδες σε πανεπιστήμια στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη εργάζονται σε αυτά τα πεδία.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα;

Είναι ένα βιολογικό σύστημα αποτελούμενο από υποδοχείς (CB1, CB2), ενδογενή κανναβινοειδή (ανανδαμίδη, 2-AG) και ένζυμα αποδόμησης. Ρυθμίζει λειτουργίες όπως πόνος, φλεγμονή, διάθεση και ύπνος. Ανακαλύφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Πώς διαφέρει η THC από τη CBD;

Η THC δεσμεύεται απευθείας στους υποδοχείς CB1 στον εγκέφαλο, προκαλώντας ψυχοδραστικά αποτελέσματα. Η CBD δεν δεσμεύεται με την ίδια ένταση αλλά τροποποιεί τη λειτουργία του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος και αλληλεπιδρά με υποδοχείς σεροτονίνης και βανιλοειδή.

Ποιος μπορεί να λάβει ιατρική κάνναβη στην Ελλάδα;

Ασθενείς με συγκεκριμένες ενδείξεις (χρόνιος πόνος, σπαστικότητα ΣΚΠ, ναυτία χημειοθεραπείας, ανθεκτική επιληψία) μπορούν να λάβουν ιατρική κάνναβη με συνταγή εξουσιοδοτημένου ιατρού, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος συνταγογράφησης.

Τι είναι το φαινόμενο της συνοδείας;

Η θεωρία ότι τα κανναβινοειδή, τερπένια και φλαβονοειδή του φυτού δρουν πιο αποτελεσματικά μαζί παρά μεμονωμένα. Αν και δεν είναι καθολικά αποδεκτή, κλινικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι εκχυλίσματα πλήρους φάσματος λειτουργούν καλύτερα σε αρκετούς ασθενείς.

Υπάρχουν παρενέργειες από την ιατρική κάνναβη;

Ναι, μπορεί να περιλαμβάνουν ζάλη, ξηροστομία, αλλαγές στη διάθεση, ταχυκαρδία και βραχυπρόθεσμα προβλήματα μνήμης. Τα κανναβινοειδή επίσης αλληλεπιδρούν με πολλά φάρμακα. Η ιατρική παρακολούθηση είναι απαραίτητη.

Ποιος τρόπος χορήγησης είναι ο καλύτερος;

Εξαρτάται από την πάθηση. Η εισπνοή δρα γρήγορα (λεπτά) για οξύ πόνο. Η από του στόματος χορήγηση παρέχει μεγαλύτερη διάρκεια για χρόνιες καταστάσεις. Η υπογλώσσια χορήγηση προσφέρει μεσαίο προφίλ. Τα τοπικά σκευάσματα δρουν τοπικά χωρίς συστηματικά αποτελέσματα.